Προτάσεις για μια χρήσιμη αναθεώρηση του Κώδικα Δικηγόρων

Εν μέσω κρίσης υγειονομικής αλλά και διαφαινόμενης οικονομικής, εν μέσω διαπραγματεύσεων με την Κυβέρνηση για την διασφάλιση μέτρων ουσιαστικής κρίσης του πληττόμενου κλάδου μας αλλά και διεκδικήσεων για την επαναλειτουργία της Δικαιοσύνης, αυτό που σίγουρα δεν επείγει είναι μια συζήτηση για την αναθεώρηση του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013). Φαίνεται όμως ότι έχει ήδη ανοίξει και η Ολομέλεια ετοιμάζει προτάσεις, τις οποίες θα προωθήσει στο Υπ. Δικαιοσύνης. Αφού λοιπόν οδηγούμαστε σε αναθεώρηση των πλαισίου άσκησης του επαγγέλματος μας, ας επικεντρωθούμε στο να είναι αυτή ουσιαστική και χρήσιμη. Και για να έχει αυτά τα χαρακτηριστικά πρέπει να στοχεύει στην διασφάλιση ίσων ευκαιριών εισόδου στο επάγγελμα, στην προστασία των πλέον αδύναμων, στην ενίσχυση των θεσμικών εγγυήσεων διαφάνειας των συνδικαλιστικών οργάνων και στην αποκατάσταση του λειτουργηματικού χαρακτήρα της δικηγορίας. Στα πλαίσια αυτά και με αυτούς του στόχους, παραθέτω ορισμένες προτάσεις για αναγκαίες βελτιώσεις.

Πρώτον, η πληρέστερη νομοθετική ρύθμιση του καθεστώτος του «συνεργάτη». Οι δικηγόροι που απασχολούνται σε άλλους δικηγόρους ή δικηγορικές εταιρείες, καλύπτονται από το α. 48 του ισχύοντος Κώδικα Δικηγόρων. Αν και το πραγματικό καθεστώς απασχόλησης τους είναι πλέον κατά κανόνα εκείνο της πλήρους εξάρτησης, με την έννοια του εργατικού δικαίου (απασχόληση με βάση οδηγίες από τον εργοδότη, τήρηση συγκεκριμένου τόπου και χρόνου απασχόλησης, εποπτεία ως προς την παρεχόμενη εργασία κλπ), οι «συνεργάτες» στερούνται επαρκούς προστασίας (ύψος αμοιβής, ωράριο, άδειες κλπ), υπό το ψευδεπίγραφο επιχείρημα της «επιστημονικής ανεξαρτησίας» τους. Ταυτόχρονα, οι εργοδότες δικηγόροι και δικηγορικές εταιρείες διευκολύνονται στην εκμετάλλευση της παρεχόμενης εργασίας τους αλλά και συχνά στην απόκρυψη εσόδων (έκδοση γραμματίων προείσπραξης στο όνομα του «συνεργάτη». Είναι αναγκαία λοιπόν η εκ νέου ρύθμιση αυτής της ήδη υπαρκτής ως ξεχωριστής κατηγορίας, των συνεργατών δικηγόρων, οι οποίοι εφόσον απασχολούνται σε συναδέλφους τους, θα πρέπει προστατεύονται από όλες τις διατάξεις του εργατικού δικαίου (ωράριο, άδειες, επιδόματα, δώρα, κάλυψη ασφαλιστικών υποχρεώσεων από τον εργοδότη), περιλαμβανομένου και του ελάχιστου νόμιμου μισθού. Ασφαλώς, η μετάβαση από το καθεστώς του “συνεργάτη” σε εκείνο του αυτοαπασχολούμενου ή του έμμισθου και αντίστροφα πρέπει να είναι ελεύθερη οποιαδήποτε στιγμή.

Δεύτερον, πλήρης αναθεώρηση της δικηγορικής άσκησης. Η Ελλάδα είναι ίσως η μόνη ευρωπαϊκή χώρα όπου η δικηγορική άσκηση είναι τόσο ασαφής και απαξιωμένη. Πριν λίγα χρόνια η Ένωση Ασκούμενων και Νέων Δικηγόρων Θεσσαλονίκης είχε επεξεργαστεί ένα πληρέστατο σχέδιο αναθεώρησης, λαμβάνοντας υπόψη και τα ισχύοντα ανά την Ευρώπη. Είναι προφανές ότι πρέπει να αποσαφηνιστεί ο διφυής της χαρακτήρας, με διασφάλιση αφενός των εργασιακών δικαιωμάτων των ασκούμενων (αμοιβές, ωράρια κλπ), αφετέρου της ουσιαστικής κατάρτισης. Οι σύλλογοι και οι ενώσεις νέων δικηγόρων οφείλουν να εμπλακούν εντονότερα στην διαδικασία εποπτείας της διαδικασίας και προστασίας των ασκούμενων, ενώ εναλλακτικές μορφές μπορούν να εισαχθούν (άσκηση σε δικαστήρια, συμβολαιογράφους κλπ).

Τρίτον, ενίσχυση της διαφάνειας των συνδικαλιστικών οργάνων. Πρέπει να θεσμοθετηθεί υποχρέωση δημοσίευσης του συνόλου των αποφάσεων των διοικητικών συμβουλίων και της Ολομέλειας, με ρητή αναφορά των ψήφων των μελών τους. Περαιτέρω, είναι επίσης αναγκαία, στα πλαίσια λογοδοσίας των ίδιων οργάνων προς τα μέλη, η δημόσια ανάρτηση του συνόλου των δαπανών τους. Αμφότερα, δύνανται να λειτουργήσουν στα πρότυπα της «Διαύγειας» και με αξιοποίηση του portal της Ολομέλειας, στο οποίο άλλωστε έχουν πρόσβαση όλοι οι δικηγόροι και μόνον αυτοί.

Τέταρτον, ενίσχυση της δημοκρατίας των συνδικαλιστικών οργάνων. Παρατηρείται η τάση αυτονόμησης των μελών της Ολομέλειας (Πρόεδροι των Συλλόγων) από τα διοικητικά τους συμβούλια. Απαιτείται η ρητή δέσμευσή της ψήφου τους σύμφωνα με τις κατευθύνσεις του διοικητικού συμβουλίου που εκπροσωπούν.

Βέβαια για να αναπτυχθεί ο αναγκαίος διάλογος ώστε οι προτάσεις που τελικά θα υποβληθούν στο Υπουργείο να εκφράζουν πράγματι το σώμα, είναι απαραίτητη η ευρεία διαβούλευση, σε επίπεδο συλλόγων αρχικά και ολομέλειας τελικά. Η ανάπτυξη διαλόγου, με όλες τις διαφωνίες που μπορεί να διαμορφωθούν στα πλαίσιά του, και η τελική νομιμοποίηση των προτάσεων μέσω ψηφοφοριών, θα ενισχύσουν τόσο την ποιότητα της τελικής πρότασης όσο και την δημοκρατική της νομιμοποίηση.

Μιχάλης Β. Μήττας

Δικηγόρος, Υπ. ΔΝ

τ. Πρ. ΕΑΝΔιΘ

Μέλος ΔΣ του ΔΣΘ