ΕΑΝΔιΘ

Ανακοίνωση ΕΑΝΔιΘ για την έναρξη λειτουργίας Νομικών Σχολών παραρτημάτων μη κρατικών Πανεπιστημίων

Ανακοίνωση ΕΑΝΔιΘ για την έναρξη λειτουργίας Νομικών Σχολών παραρτημάτων μη κρατικών Πανεπιστημίων

Παρά τις θεσμικές επισημάνσεις, τις επιστημονικές διαφωνίες και την πολιτική κριτική που προβλήθηκαν κατά της ίδρυσης (εγκατάστασης παραρτημάτων) μη κρατικών πανεπιστημίων, τόσο κατά τη φάση της συζήτησης του νομοσχεδίου, που παρέκαμψε πρόδηλα και απροκάλυπτα τη διαδικασία της αναθεώρησης του άρθρου 16 του Συντάγματος, όσο και κατά τη θέσπισή του ως νόμου του Κράτους, που έφτασε μέχρι την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας και η απόφαση ακόμα δεν έχει καθαρογραφεί, σήμερα βλέπουμε το πρακτικό αποτύπωμα, το αληθινό πρόσωπο των πραγματικών προθέσεων της Κυβέρνησης, δηλαδή τον ευκαιριακό χαρακτήρα ενός νόμου, που θέλει να δημιουργήσει ένα νέο πεδίο κερδοφόρου αγοράς και να τακτοποιήσει τους “κάποτε χρήσιμους γνωστούς” σε διοικητικές και καθηγητικές θέσεις.
Ήδη στα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις παίζονται διαφημίσεις για προγράμματα σπουδών, μεταξύ αυτών και Νομικής, καθώς τα 3 από τα 4 ήδη αδειοδοτημένα μη κρατικά πανεπιστήμια παρέχουν νομικές “σπουδές”, που εγγυώνται υψηλό επίπεδο, κατάρτιση και εμμέσως ένα προδιαγεγραμμένο λαμπρό μέλλον. Λίγους μήνες πριν ακούγαμε στη Βουλή και διαβάζαμε σε μεγάλες εφημερίδες για την υπερπληθώρα των δικηγόρων, για την τάξη που πρέπει να μπει στον κλάδο μας και τους εισερχόμενους σε αυτόν, για ευκολία των εξετάσεων ακόμη και για εξετάσεις μέσω Α.Σ.Ε.Π.
Με αυτή την αντιφατική εναλλαγή της κυβερνητικής ρητορικής και τη σύγκρουση της πραγματικότητας με τις λαμπερές και πολλά υποσχόμενες διαφημίσεις αναρωτιόμαστε κι εμείς πώς πάνε τελικά τα πράγματα;
Μήπως δεν είμαστε τόσο πολλές και πολλοί οι Δικηγόροι, μήπως η αγορά μάς χωράει δυνάμενη μάλιστα να μας παρέχει καλές αμοιβές και καλούς μισθούς ή τελικά αυτό το αισιόδοξο μέλλον στο δικηγορικό λειτούργημα δεν αφορά όσες και όσους από εμάς λάβαμε το πτυχίο μας από το ελληνικό δημόσιο Πανεπιστήμιο, αλλά απευθύνεται και ανήκει σε αυτούς που θα μπορέσουν να εξαγοράσουν τις σπουδές και το πτυχίο τους από κάποιο νεοεγκατεστηθέν παράρτημα, χωρίς να διδαχθούν καν γενικό ενοχικό;
Το 2019 όταν υπήρχε έντονη η συζήτηση στο δημόσιο διάλογο η ίδρυση τέταρτης Νομικής Σχολής στην Πάτρα, η τότε Υπουργός Παιδείας της Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας είχε κατηγορηματικά αποκλείσει αυτό το σενάριο δηλώνοντας: «Για τη Νέα Δημοκρατία, έχει σημασία η εκπαίδευση να συμβαδίζει με την αγορά εργασίας, πράγμα που εν προκειμένω δεν μπορεί να συμβεί, καθώς η Ελλάδα μετρά χιλιάδες άνεργους δικηγόρους».
Άραγε μέσα σε αυτά τα έξι χρόνια βελτιώθηκαν τόσο πολύ τα πράγματα στον κλάδο και την αγορά, ώστε να είμαστε έτοιμοι να υποδεχθούμε όχι μια, αλλά τρεις νέες νομικές σχολές ήδη από το προσεχές ακαδημαϊκό έτος και έναν άγνωστο αριθμό υποψήφιων μελλοντικά δικηγόρων;
Προφανώς και με βάση όσα εντοπίζουμε και αντιμετωπίζουμε στην επαγγελματική μας καθημερινότητα δεν συνηγορούν σε κάτι τέτοιο. Η διασύνδεση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας σαφώς και υφίσταται και διατηρώντας το υψηλό ακαδημαϊκό επίπεδο με την κατάλληλη ανάγνωση των αναγκών της αγοράς μπορεί να παράγει αποτελέσματα και να συμβάλει σε μια συνολικότερη ανάπτυξης της χώρας και της καθημερινότητας επαγγελματιών και εργαζομένων. Βέβαια αυτό απαιτεί ένα σοβαρό ρυθμιστικό πλαίσιο, διαβουλεύσεις που πλέον έχουν απαξιωθεί πλήρως και μια στόχευση, επί της οποίας αποκρυσταλλώνονται και οι πολιτικές επιλογές και κατευθύνσεις.
Δυστυχώς η στόχευση της Κυβέρνησης φάνηκε ήδη από την αρχή ότι δεν ήταν αυτή. Υπερπήδησε τη συνταγματική διάταξη, αν και είναι από τις διατάξεις που χρησιμοποιούν την πιο σκληρή και ρητή γραμματική διατύπωση («H σύσταση ανώτατων σχολών από ιδιώτες απαγορεύεται.»), δεν έλαβε υπόψη τις επιστημονικές επισημάνσεις ακαδημαϊκών, τις πρακτικές διαφωνίες δικηγορικών συλλόγων και κοινωνικών ομάδων, με μόνη μέριμνα τη δημιουργία μιας κερδοφόρου αγοράς πτυχίων, που ήδη στην πρεμιέρα της μαρτυρά το χαμηλό της επίπεδο και τη διάθεσή της να πουλήσει το προϊόν της σε ένα καλό και ακριβό περιτύλιγμα χωρίς περιεχόμενο, που βλέπει, αντιλαμβάνεται και παρουσιάζει το δικηγόρο ως ένα γραβατωμένο με λεφτά.
H ίδρυση τριών νέων νομικών σχολών των λεγόμενων “μη κρατικών” πανεπιστημίων αποτελεί μια επιλογή που όχι μόνο απαξιώνει τη δημόσια ανώτατη εκπαίδευση, αλλά υπονομεύει και το ίδιο το επάγγελμα του δικηγόρου.
Η ήδη ασφυκτική κατάσταση που βιώνουμε οι νέες και νέοι δικηγόροι, με υπερκορεσμό του κλάδου, ανεργία, εξευτελιστικές αμοιβές και έλλειψη προοπτικής, θα επιδεινωθεί δραματικά. Αντί η Πολιτεία να μεριμνήσει για την ενίσχυση και αναβάθμιση των υφιστάμενων νομικών σχολών, αντί να διασφαλίσει αξιοπρεπείς όρους άσκησης και επαγγελματικής ένταξης για τους νέους συναδέλφους, επιλέγει να ανοίξει την πόρτα σε μια «αγορά τίτλων» που θα εκθρέψει ακόμα μεγαλύτερη ανασφάλεια και αθέμιτο ανταγωνισμό.
Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας: η ίδρυση των νέων νομικών σχολών δεν υπηρετεί καμία κοινωνική ανάγκη· υπηρετεί μόνο την εμπορευματοποίηση της γνώσης και την υποβάθμιση του πτυχίου σε ένα απλό προϊόν προς πώληση. Και αυτό γίνεται εις βάρος της δημόσιας εκπαίδευσης, των φοιτητών, των αποφοίτων των συναδέλφων δικηγόρων, τελικά, του ίδιου του κράτους δικαίου.
Η ΕΑΝΔιΘ καταγγέλλει απερίφραστα αυτή την επικίνδυνη και αντικοινωνική πολιτική επιλογή. Δηλώνουμε πως θα σταθούμε απέναντι σε κάθε προσπάθεια διάλυσης του δημόσιου πανεπιστημίου και περαιτέρω εξαθλίωσης του νομικού κόσμου, καθώς δεν μπορούμε να επιτρέψουμε το μέλλον μας να γίνει βορά στα ιδιωτικά συμφέροντα.